Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση για τον Ιωσήφ Παρτς Featured
Στη μνημη του Γεράσιμου Σταματάτου
Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε χθες (9-9-2026) στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη η εκδήλωση που διοργάνωσαν Το ίδρυμα Κεφαλονιάς και Ιθάκης (ΙΚΙ) και το Κοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο (ΚΙΛΜ) με αφορμή τη συμπλήρωση 101 χρόνων από τον θάνατο του Γερμανού γεωγράφου Ιωσήφ Πάρτς /Joseph Partsch (1851-1925) που συνέγραψε, μεταξύ άλλων, τη πρώτη γεωγραφική μονογραφία για την Κεφαλονιά.
Κύριος ομιλητής ήταν ο κ. Πέτρος Πετράτος, φιλόλογος, δρ Ιστορίας με θέμα «Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη του Ιωσήφ Παρτς: Γεωγραφία και Ιστορία», ο οποίος έκανε μια εμπεριστατωμένη ομιλία για τον Παρτς και το έργο του στην Κεφαλονιά και Ιθάκη. Ακολουθήσε ενδιαφέρουσα συζήτηση με το κοινό.
Προλόγισαν ο Ηλίας Μπεριάτος πρόεδρος του ΙΚΙ και η Δώρα Μαρκάτου έφορος του Μουσείου. Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στη Μνήμη του Γεράσιμου Σταματάτου, εμβριθούς γνώστη και μελετητή της μονογραφίας του Παρτς για την Κεφαλονιά.

Παρακάτω παρατίθεται ολόκληρη η ομίλα του κ. Π. Πετράτου
Η ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΠΑΡΤΣ. - ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
Πέτρος Πετράτος
Ι. Δύο μήνες – για την ακρίβεια 66 ημέρες – χρειάστηκε ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Παρτς να μείνει στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1880, προκειμένου να περιοδεύσει στα δύο αυτά νησιά, για να συλλέξει το απαραίτητο υλικό για τη συγγραφή του εξαίρετου έργου του με τον τίτλο Κεφαλληνία και Ιθάκη. Γεωγραφική μονογραφία. Το εξέδωσε στα γερμανικά το 1890 και κυκλοφόρησε το 1892 στα ελληνικά, μεταφρασμένο από τον Κεφαλονίτη φιλόλογο καθηγητή Λεωνίδα Γ. Παπανδρέου, ο οποίος σε συνεργασία με τον καθηγητή Γεωλογίας και Ορυκτολογίας Κ. Μητσόπουλο έγραψε και παράθεσε στο τέλος της μελέτης του Παρτς χρήσιμες διευκρινιστικές σημειώσεις και αποτέλεσε το βιβλίο αυτό την πρώτη ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη για τη φυσική γεωγραφία και την ανθρωπογεωγραφία των δύο αυτών νησιών του Ιονίου.
Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε μεταφρασμένη στα ελληνικά και η μονογραφία του ίδιου για την Κέρκυρα (Η νήσος Κέρκυρα. Γεωγραφική Μονογραφή), γραμμένη το 1887, ενώ δυο χρόνια αργότερα (1889) θα εκδώσει τη μονογραφία του για τη Λευκάδα (Το νησί γης Λευκάδας. Γεωγραφική μονογραφία) [μεταφρασμένη στα ελληνικά -εκδ. Fagotto, 2010].
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο Παρτς διέθεσε έξι περίπου χρόνια, από το 1885 μέχρι το 1890, για επιτόπια επιστημονική έρευνα στο βόρειο και κεντρικό Ιόνιο, περιοδεύοντας στην Κέρκυρα, τη Λευκάδα, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Στο μεταξύ, το 1885 είχε εκδώσει στην πατρίδα του το βιβλίο του για τη Φυσική Γεωγραφία της Ελλάδας (Physikalische Geographie von Griechenland, mit besonderer Rücksicht auf das Alterthum, Breslau 1885 = Φυσική Γεωγραφία της Ελλάδας: Με έμφαση στην αρχαιότητα), καθώς ένα από τα ερευνητικά του πεδία ήταν η Ελλάδα με τα νησιά της.
ΙΙ. Ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Παρτς (Josef Franz Maria Partsch) γεννήθηκε το 1856 και πέθανε το 1925. Σπούδασε στη Βρεσλαυΐα (Breslau) φιλολογία, αρχαία ιστορία και γεωγραφία. Κατά το διάστημα 1881-1889 υπηρέτησε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βρεσλαυΐας και λίγο αργότερα από το 1905 μέχρι το 1922 στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας (Leipzig). Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους γεωγράφους της εποχής του, ενώ τα συγγράμματά του διακρίθηκαν για την πρωτοτυπία τους και την επιστημονική τους ακρίβεια.
Εκείνη την περίοδο η επιστήμη της Γεωγραφίας άρχιζε στην Ευρώπη τη σοβαρή της πορεία. Και λέγοντας Γεωγραφία εννοούμε την επιστήμη, που μελετά την επιφάνεια της γης ως χώρου κατοικίας του ανθρώπου και ερευνά τους τρόπους με τους οποίους ο χώρος διαμορφώνει την ανθρώπινη ζωή και το αντίθετο. Πιο συγκεκριμένα, είναι η επιστήμη, η οποία μελετά τα φυσικά χαρακτηριστικά της γης, τα φυσικά και ανθρώπινα συστήματα και τις χωρικές σχέσεις, προκειμένου να κατανοήσουμε τον κόσμο και τα ζητήματα που τον επηρεάζουν. Ο γεωγράφος μελετά τη γη, το νερό, το κλίμα, τα φυτά και τα ζώα και τη συμβολή τους στην ανθρώπινη ζωή. Εξετάζει την επενέργεια των οικονομικών δραστηριοτήτων στις ανάγκες και απαιτήσεις της ανθρώπινης ζωής. Αναλύει τις πολιτιστικές ή οικονομικές διαστάσεις των χωριών, των πόλεων και των περιφερειών και τους λόγους ύπαρξής τους, παρατηρεί και εξηγεί το παρελθόν, το παρόν και τα μελλοντικά σχέδια ανάπτυξης αυτών των περιοχών. Γενικότερα, συνεργαζόμενος με άλλους επιστήμονες, όπως γεωλόγους ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους κ.ά., παρακολουθεί την εξέλιξη της ανθρωπότητας σε σχέση με τη θέση της στο οικοσύστημα και προτείνει λύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων.
Στο σύγχρονο κόσμο, η Γεωγραφία καθιερώθηκε ως επιστημονικός κλάδος στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική το 19ο αιώνα. Αρχικά ανήκε στις Φυσικές Επιστήμες, αλλά σταδιακά εξελίχθηκε και σε κοινωνική επιστήμη, στη μελέτη δηλαδή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο και το χρόνο. Αρκετές, βέβαια, ήταν και είναι οι διαστάσεις της και οι προσεγγίσεις της - ενδιαφέρουσες όλες. Στη χώρα μας η επιστήμη της Γεωγραφίας παρέμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν άγνωστη, υποτιμημένη, ίσως και ακατανόητη. Από την περιγραφική «Πατριδογνωσία» και τη γνωστή «Γεωγραφία» των σχολείων, η Ελλάδα απέκτησε αυτοτελείς πανεπιστημιακές σπουδές Γεωγραφίας μόλις στη δεκαετία του 1990! (1994: Τμήμα Γεωγραφίας στο Παν. Αιγαίου – 1999: Τμήμα Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Παν.), ενώ η Γεωγραφία/Ανθρωπογεωγραφία ως μάθημα διδασκόταν από το 1989 στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παν. Θεσσαλίας στο Βόλο.
Ο γεωγράφος Παρτς, λοιπόν, κινήθηκε στο παραπάνω κλίμα που αναφέραμε. Δεν έγραψε, δηλαδή, απλώς κάποια γεωγραφικά εγχειρίδια. Μπορεί να τιτλοφορεί τα βιβλία του «γεωγραφικές μονογραφίες», αλλά δεν περιορίστηκε στα καθαρά γεωγραφικά πλαίσια. Πέρα από το γεωγραφικό περιεχόμενο που έδωσε στα έργα του για τα Ιόνια νησιά, μας προσέφερε εξαίρετες ιστορικές πραγματείες για κάθε νησί. Προχωρεί σε μια λεπτομερή και συστηματική ανάλυση της φυσικής γεωγραφίας, της γεωλογίας, της κλιματολογίας, της υδρολογίας και της ανθρωπογεωγραφίας της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Να τι γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου του για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, ώστε να αντιληφθούμε τη φιλοσοφία του στο ζήτημα αυτό: «Η γεωγραφική έρευνα ήθελεν είνε ατελής, εάν μόνον την αμετάβλητον φυσικήν βάσιν της υπάρξεως των νησιωτών, την θέσιν, τον σχηματισμόν, το έδαφος, το κλίμα ελάμβανε υπόψει εν τη εκτιμήσει της παρούσης καταστάσεως αυτής». Και συνεχίζει αιτιολογώντας: «Επί ιστορικού εδάφους έχει το παρελθόν τα δικαιώματά του. Τι πάσα εποχή επί της αυτής γης υπό την αυτήν ευμένειαν και δυσμένειαν του ουρανού ηδυνήθη να δημιουργήση, πώς αι θέσεις των σπουδαιοτάτων οικητηρίων υπό τας αλλοιωθείσας απαιτήσεις του χρόνου μετεκινήθησαν, ποίους καρπούς το απώτατον παρελθόν και αι μεταγενέστεραι γενεαί εκ της αυτής γης παρήγαγον, ταύτα είνε ζητήματα, άτινα ου μόνον τον ιστορικόν ελκύουσιν, αλλά και υπό της γεωγραφίας ουχί άνευ βλάβης δύνανται να παραλειφθώσιν». Επομένως ο Παρτς διεξήγαγε γεωγραφική και κοινωνικο-οικονομική έρευνα στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη, την οποία αποτύπωσε στο βιβλίο του.
ΙΙΙ. Αλλά ας δούμε πώς εργάστηκε ο Παρτς. Από το 1885 μέχρι το 1890 ο Γερμανός γεωγράφος περιοδεύει κατά διαστήματα και στα δύο νησιά, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Έχει προηγουμένως μελετήσει όλη τη βιβλιογραφία, που αφορούσε στη γεωγραφική κατάσταση του θιακοκεφαλονίτικου χώρου, ενώ συνεχώς αναζητούσε πληροφορίες και υλικό από σύγχρονούς του ερευνητές και επιστήμονες. Η ουσία, όμως, της εργασίας του, όπως ό ίδιος σημειώνει, «έκειτο όλως εν τη ιδία επί τόπου ερεύνη». Έτσι λοιπόν, περπάτησε σε όλη σχεδόν την έκταση των νησιών και επιτόπια μελέτησε το έδαφος, το υπέδαφος, το κλίμα, την παραγωγή και τις ασχολίες των κατοίκων.
Χρειάστηκε, επιπλέον, να προβαίνει σε μετρήσεις, για να μπορέσει να αποτυπώσει με ακρίβεια τα αρχαία μνημεία των νησιών, τείχη, ακροπόλεις κ.λπ. Και για το έργο αυτό χρησιμοποίησε ένα συνδυασμό επιστημονικών μεθόδων της εποχής του και προσωπική παρουσία και εργασία πεδίου. Η μέτρηση π.χ. οχυρώσεων σε δύσβατα μέρη με περνάρια και κυπαρίσσια δε γινόταν με τις σύγχρονες κορδέλες, ενώ παράλληλα είχε να αντιμετωπίσει τις υποψίες και τις αντιδράσεις των ντόπιων, που φοβούνταν για τις αγροτικές τους ιδιοκτησίες. Ο συγγραφέας εφάρμοσε την κλασική μέθοδο των ρυθμισμένων βημάτων (περπάτημα με σταθερό μήκος βήματος) και τη μέτρηση του χρόνου για τον υπολογισμό των αποστάσεων. Καταγράφοντας πόσα βήματα χρειαζόταν, για να διανύσει κάθε τμήμα των τειχών, μετέτρεπε στη συνέχεια τα δεδομένα σε μέτρα με εντυπωσιακή μαθηματική προσέγγιση.
Χρησιμοποίησε, ταυτόχρονα, τη γεωδαιτική πυξίδα, για να μετρά τις γωνίες και τις αλλαγές κατεύθυνσης, που έκαναν τα τείχη ακολουθώντας το ανάγλυφο του εδάφους, και, για να υπολογίζει το ακριβές υψόμετρο των λόφων, προσδιορίζοντας έτσι τη γεωγραφική κλίση των οχυρώσεων, χρησιμοποίησε το μεταλλικό βαρόμετρο, που μετρά την ατμοσφαιρική πίεση). Να τι γράφει ο ίδιος για τη μέτρηση κάποιων αρχαίων καταλοίπων της Σάμης: «[…] τω 1888 διά του εμού τριγωνισμού, του στηριζομένου επί βάσεως επιμελώς και επανειλημμένως μετρηθείσης διά χαλυβδίνης ταινίας εξ 128,75 μ. (επί της προκυμαίας), έθηκα σταθεράν βάσιν προς χωρομέτρησιν όλου του περιβόλου των τειχών και την ειδικήν ταύτην χωρομέτρησιν εξετέλεσα βηματίζων και κρατών την πυξίδα. Το εντεύθεν παραχθέν σχέδιον (1: 10000) καθιστά δυνατήν την ακριβεστέραν και συντομωτέραν περιγραφήν και θα παρέχη ευκολίαν τινά εις τους θέλοντας να εξακολουθήσωσι βαθύτερον την αρχαιολογικήν έρευναν».
Και για τις μετρήσεις του στο χώρο της αρχαίας Κράνης γράφει ανάμεσα σε άλλα: «Ούτω ανέλαβον τω 1888 την χωρομετρίαν της αρχαίας Κράνης, ήτις ήτο ακανθώδης εργασία. […] Η κατάληψις των σπουδαιοτάτων σημείων του περιβόλου των τειχών εκ τούτων των σταθμών απήτει πολλήν υπομονήν και κόπον, διότι σπανιώτατα άκρα τείχους ή γωνία πύργου καθ’ εαυτήν αναμφισβήτητος διεκρίνετο, και αι υψούμεναι πυραμίδες ή τα σημεία μόλις επί ολίγας ώρας έμενον άθικτα εκ της αυθαδείας των ποιμένων ή της υποψίας των χωρικών, οίτινες εις παν τοιούτον σημείον προαισθάνονται κίνδυνον των δικαιωμάτων της κατοχής αυτών. Παραβαλλομένη προς τούτον τον κατ’ επανάληψιν ταραχθέντα και μόνον μετ’ επιμόνου καρτερίας διεξαχθέντα τριγωνισμόν η διά βημάτων αναμέτρησις και η ειδική διά πυξίδος χωρομετρία των λαμπρών αρχαίων τειχών πολλάκις εντός ακανθωδών θάμνων κεκρυμμένων ήτο παρά τον καύσωνα του Ιουνίου αληθής αναψυχή».
Είναι, πάντως, άξιος συγχαρητηρίων, διότι, χάρη στην προσωπική του θέληση και επιμονή και παρά το δύσβατο των περιοχών και το επικίνδυνο των γκρεμών κατόρθωσε να συλλέξει στοιχεία και να χαρτογραφήσει περιοχές, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα ακριβείς αποτυπώσεις και αναμφισβήτητα ντοκουμέντα.
Ακούραστο πληροφορητή είχε τον γνωστό τότε φιλόμουσο επιχειρηματία του Αργοστολιού Ερνέστο Τουλ, ο οποίος και με την ιδιότητα του υποπροξένου, τότε, της Γερμανίας φιλοξένησε τον Γερμανό επιστήμονα και του παρείχε κάθε ευκολία στο δύσκολο έργο του. Καλόν, επίσης, συνοδοιπόρο στις περιοδείες του είχε τον φιλόλογο Λεωνίδα Παπανδρέου, για τον οποίο θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω. Συζητούσε μαζί τους τις απορίες του και εκείνοι απαντούσαν στα ερωτήματα, που προέκυπταν από την έρευνα του φίλου τους Γερμανού επιστήμονα. Σημειώνει χαρακτηριστικά ο Πάρτς για τον Τουλ: «Εκ του θησαυρού της βιωτικής αυτού εμπειρίας ήντλησα αφθόνως, εκ δε της ευθύμου ζωηρότητος της παρορμητικής διανοίας του πολλάκις ανεζωπυρήθην προς νέαν εργασίαν». Στον Ερνέστο Τουλ, άλλωστε, αφιέρωσε το βιβλίο του αυτό.
Ωστόσο, για να συνδέσει και να συνδυάσει ο Παρτς το γεωγραφικό στοιχείο με το ιστορικό-κοινωνικό, έπρεπε να λάβει υπόψη του την επτανησιακή βιβλιογραφία, αρχαιότερη και σύγχρονή του. Μελέτησε, λοιπόν, αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (Όμηρο, Θουκυδίδη, Αριστοτέλη, Πολύβιο, Παυσανία, Στράβωνα κ.ά.) καθώς και μεταγενέστερους, Επτανήσιους και μη, ιστοριογράφους, που ασχολήθηκαν με τα Επτάνησα (Ερμάνο Λούντζη, Ανδρέα Μουστοξύδη, Μαρίνο και Νικόλαο Πινιατόρους, Marino Salamon, Αντώνιο Μηλιαράκη κ.ά.). Αλλά δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτούς. Προχώρησε και σε πρωτογενή έρευνα. Αναζήτησε και μελέτησε ανέκδοτο αρχειακό υλικό. «Διέτριψα», γράφει ο ίδιος στην Εισαγωγή του, «επί δεκαπέντε ημέρας εν Ενετία, όπως διέλθω τας εκθέσεις των Ενετών προβλεπτών», απ’ όπου άντλησε ενδιαφέρουσες και άγνωστες έως τότε πληροφορίες οικονομικού περιεχομένου, χωρίς, πάντως, να κατορθώσει λόγω χρόνου να ολοκληρώσει τη μελέτη τους.
- IV. Μετά τη σοβαρή βιβλιογραφική, αρχειακή και επιτόπια μελέτη του ο Γερμανός γεωγράφος συνέγραψε και εξέδωσε το βιβλίο του στα γερμανικά το 1890. Και μετά από δυο χρόνια ο Λεωνίδας Παπανδρέου το μετέφρασε στα ελληνικά. Η έκδοση του το 1892 έγινε από τον εκδοτικό Αλέξανδρο Παπαγεωργίου στην Αθήνα και περιλάμβανε ένα χάρτη του 1262, δύο διαγράμματα, ένα λιθογραφημένο πίνακα και τέσσερα σχεδιογραφήματα. Να σημειώσουμε ότι η συμπερίληψη στην έκδοση του χάρτη και των διαγραμμάτων δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αποκτήσει οπτική αναπαράσταση των γεωμορφολογικών γνωρισμάτων των δύο νησιών, καθώς έτσι κατανοείται αρτιότερα η σχέση της γεωγραφίας και τοπογραφίας με την ανθρώπινη κατοίκηση και δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, το υλικό αυτό αποτέλεσε σημείο αναφοράς για μελλοντικούς περιηγητές, γεωλόγους και αρχαιολόγους.
Αλλά καλό είναι να αναφέρουμε ποιος είναι ο μεταφραστής Λεωνίδας Παπανδρέου, ο οποίος, αν και Παπανδρέου στο επώνυμο, είναι βέρος, γνήσιος Κεφαλονίτης. Η καταγωγή της οικογένειας Παπανδρέου είναι από την Πύλαρο. Αλεξάτος ήταν το αρχικό επώνυμο. Το Παπανδρέου προέκυψε από τον παπα-Ανδρέα Αλεξάτο, παππού του Λεωνίδα, καθώς ο πατέρας του Γεράσιμος γραφόταν Αλεξάτος- Παπανδρέου, αλλά τα παιδιά του Γεράσιμου διατήρησαν το δεύτερο επώνυμο, το Παπανδρέου, τιμώντας τον παππού τους παπα-Ανδρέα. Ο Λεωνίδας γεννήθηκε το 1849 στα Φερεντινάτα και πέθανε το 1915 στην Αθήνα. Τις γυμνασιακές του σπουδές τις έκανε στο Μεσολόγγι. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και ανακηρύχτηκε διδάκτορας Φιλολογίας. Γνώριζε άριστα τη γερμανική.
Δίδαξε ως φιλόλογος σε Σχολεία της οθωμανοκρατούμενης ακόμη Μακεδονίας και Ηπείρου (στη Θεσσαλονίκη, στην Κοζάνη, όπου γνώρισε τη σύζυγό του επίσης εκπαιδευτικό Αικατερίνη Κουβαρά με ιθακήσια καταγωγή, και στο Κεστοράτι της νότιας Αλβανίας στα λεγόμενα Ζωγράφεια Διδασκαλεία). Επειδή κινδύνευσε η ζωή του, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο ελληνικό κράτος. Υπηρέτησε αρχικά στη Ζάκυνθο, μετά στο Γυμνάσιο της Σπάρτης, κατόπιν στο Αργοστόλι (Γυμνάσιο Αρρένων), στο Ναύπλιο, στα Καλάβρυτα, στον Πειραιά και τέλος στην Αθήνα (Βαρβάκειο Γυμνάσιο). Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι κατά την υπηρεσιακή του θητεία στο Γυμνάσιο Αρρένων του Αργοστολιού είχε δηλωθεί ως κηδεμόνας του, τότε, μαθητή Μαρίνου Αντύπα, που καταγόταν από το ίδιο χωριό, τα Φερεντινάτα, ενώ ως μαθητές του είχε τον Μαρίνο Γερουλάνο (μετέπειτα καθηγητή Χειρουργικής), τους αδελφούς Λοβέρδου (μετέπειτα τραπεζίτες), τον Ιωάννη Μεταξά (στρατιωτικό και μετέπειτα δικτάτορα) και τον Διονύσιο Λαυράγκα (μετέπειτα μουσουργό).
Συνέγραψε διδακτικά βιβλία αλλά και βοηθητικά για μαθητές και σπουδαστές. Και μετέφρασε τη γεωγραφική μονογραφία του Πάρτς. Ο τελευταίος εξέφρασε τις ειλικρινείς του ευχαριστίες στον Παπανδρέου, αναφέροντας ανάμεσα σε άλλα: «[…] με έντονον έκπληξιν και πολλάκις πραγματικόν θαυμασμόν επείσθην διά το πόσον πλήρως όχι μόνον το νόημα, αλλά και το ύφος και την ηχητικήν χροιάν του κειμένου αναπαραστήσατε. Δεχθήτε διά τον μόχθον, τον οποίον κατηναλώσατε διά να κάμετε προσιτά τα αποτελέσματα της εργασίας μου εις τους Έλληνας, τας θερμοτέρας ευχαριστίας μου».
- V. Αλλά ας επανέλθουμε στη γεωγραφική μονογραφία του Παρτς. Το βιβλίο, εκτός από τον Πρόλογο του μεταφραστή και την Εισαγωγή του συγγραφέα, χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: «Φυσική περιγραφή των νήσων» (σσ. 9-91), «Πολιτική γεωγραφία των νήσων» (σσ. 92-228) και «Κάρπωσις γης» (σσ. 229-272) με τις Ενότητές τους. Και ακολουθούν «Σημειώσεις» για τη διασαφήνιση επιστημονικών όρων και «Παροράματα».
Το πρώτο κεφάλαιο χωρίζεται σε δυο ενότητες: «Κατασκευή ορέων» και «Κλίμα» με δυο αντίστοιχα Παραρτήματα: «Οι σεισμοί» και «Ελειογενής πυρετός».
Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά τη μορφολογία του εδάφους, το υπέδαφος και το κλίμα των δύο νησιών. Η Κεφαλονιά χαρακτηρίζεται από έντονο ορεινό ανάγλυφο. Είναι το ορεινότερο νησί των Επτανήσων, στο κεντρικό τμήμα του οποίου δεσπόζει ο Αίνος. Οι πεδινές εκτάσεις είναι λίγες και μικρές, ενώ αρκετές είναι οι κοιλάδες. Τα μέρη αυτά τροφοδοτούνται από φυσικές πηγές και μικρά ποτάμια, που βοηθούν στην καλλιέργεια.
Γεωλογικά η Κεφαλονιά δομείται από την Προ-Απούλια ζώνη στα δυτικά, που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού, και την Ιόνια ζώνη στα νοτιοανατολικά, η οποία καλύπτει ένα μικρότερο τμήμα και εφάπτεται πάνω στην προ-Απούλια ζώνη με μορφή υπερκάλυψης. (Το φαινόμενο/γεγονός αυτό το συναντάμε κατά μήκος του οδικού δικτύου Σάμης-Πόρου, όπου πετρώματα της Ιόνιας ζώνης επωθούνται σε πετρώματα της Προ-Απούλιας ζώνης). Η πρώτη ζώνη απαρτίζεται κυρίως από δολομίτες, ασβεστόλιθους και μαργαλοασβεστόλιθους, η εναπόθεση των οποίων ξεκινά από την Κάτω Κρητιδική περίοδο (145–100,5 εκατ. χρόνια πριν) και συνεχίζεται μέχρι το Ανώτερο Μειόκαινο (περίπου 12–5,3 εκατ. χρόνια πριν – πετρώματα τέτοιας ηλικίας συναντάμε στα Ζόλα στη θέση Βούτη). Η Ιόνια ζώνη καλύπτεται κυρίως από καρστικούς σχηματισμούς. Αυτή η καρστικοποίηση του τοπίου, την οποία επισημαίνει ο Πάρτς, οφείλεται στη διαβρωτική ικανότητα του νερού στους ασβεστόλιθους και έτσι διαμορφώθηκαν υπόγειες υδρορροές, σπήλαια και σπηλαιοβάραθρα, κυρίως στην περιοχή της Σάμης. Η Ιθάκη, που χαρακτηρίζεται από έντονο ορεινό ανάγλυφο, αποτελείται σχεδόν εξολοκλήρου από την ιόνια ζώνη και το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειάς της καλύπτεται από ασβεστόλιθους. Δεν παραλείπει, βέβαια, να τονίσει το σεισμογενές της περιοχής. Αναφέρεται σε συγκεκριμένες σεισμικές καταστροφές, ιδιαίτερα στο μεγάλο σεισμό του 1867, που έπληξε κυρίως την περιοχή της Παλικής.
Ενδιαφέρουσες και τεκμηριωμένες είναι οι παρατηρήσεις του Παρτς για το κλίμα των δύο νησιών. Υπογραμμίζει την αποπνικτική ατμόσφαιρα του καλοκαιριού στο Αργοστόλι και το υγιεινό κλίμα στην περιοχή του Αίνου, αναφέροντας ότι ο Νάπιερ «δικαιότατα εθεώρει το δάσος του όρους ως φυσικόν θεραπευτήριον διά την Αγγλικήν φρουράν». Κάνει λόγο για την ξηρασία του καλοκαιριού, αλλά και για τις επικίνδυνες για την απλωμένη στ’ αλώνια σταφίδα μπόρες, ενώ δεν παραλείπει να επισημάνει την ανάγκη αποξήρανσης του Κουτάβου. Αναφέρεται στις ραγδαίες βροχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου αλλά και στις «αλκυονίδες ημέρες» του Ιανουαρίου. Μιλάει για το χιονισμένο Αίνο και υπογραμμίζει τη διαδικασία αποταμίευσης του χιονιού σε λάκκους και σπηλιές, το οποίο αργότερα θα μεταφερόταν με ζώα στο Αργοστόλι για τις ανάγκες κυρίως των καφενείων και των ζαχαροπλαστείων. Κάνει λόγο για τα ρεύματα του αέρα, επισημαίνοντας την έλλειψη πολλών και διαρκών παρατηρήσεων για τη μελέτη αυτού του φαινομένου.
Το δεύτερο κεφάλαιο χωρίζεται σε δυο ενότητες: «Συνοπτική ιστορία» με Επίμετρο «Στατιστική του πληθυσμού» και «Τοπογραφία» των δύο νησιών.
Η ενότητα «Συνοπτική ιστορία» συνιστά μια υποδειγματική εργασία στο είδος της. Η ιστορική αναδρομή που επιχειρεί, είναι λεπτομερειακή από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή του, βασισμένη στις αρχαίες πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα, στην υπάρχουσα σύγχρονή του βιβλιογραφία και στη δική του επιτόπια έρευνα.
--Αναφέρεται στα ομηρικά έπη, προσπαθώντας να τα συνδέσει με τα δυο ιόνια νησιά. Επειδή ακριβώς είχε βαθιά φιλολογική κατάρτιση, κατόρθωσε να συνδέσει τη γεωγραφική πραγματικότητα των νησιών με το ομηρικό κείμενο.
--Για την ιστορική περίοδο, ιδίως στα χρόνια της «Κεφαλληνιακής Τετράπολης», αξιοποιεί τους κλασικούς συγγραφείς και αναδεικνύει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Οι περιγραφές των αρχαίων θέσεων και μνημείων χαρακτηρίζονται για την ακρίβειά τους, με αποτέλεσμα να βασιστούν σε αυτές οι μεταγενέστερες αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές.
--Εξηγεί τη δυτική φεουδαρχική επικράτηση στον ιόνιο χώρο μετά την απόσχισή του από τη βυζαντινή επικράτεια και την εισβολή των Νορμανδών με την κυριαρχία των οίκων των Ορσίνι και των Τόκκων για 300 περίπου χρόνια, ενώ υπογραμμίζει τη σημαντική μείωση του πληθυσμού κατά την 20χρονη οθωμανοκρατία των δύο νησιών.
--Εκτιμά ότι η Βενετοκρατία, αφού έφερε μια σταθερότητα, έθεσε πιο σίγουρα θεμέλια στον όλο διοικητικό μηχανισμό‧ ενδιαφέρθηκε για την πληθυσμιακή τόνωση με την προσέλκυση κατοίκων από άλλες ελλαδικές περιοχές και για την αναζωογόνηση της γεωργίας, ενώ με τη μεταφορά της έδρας από το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στο Αργοστόλι προσπάθησε, ανάμεσα στα άλλα, να προωθήσει τη ναυτιλία και να ελέγξει την εμπορική ανάπτυξη.
--Περιγράφει την κατάσταση που δημιουργήθηκε στα δύο νησιά με την εμφάνιση των Δημοκρατικών Γάλλων, οι οποίοι διέδωσαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, αναφέρεται στην περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας και μετέπειτα σ’ εκείνη των Αυτοκρατορικών Γάλλων, οι οποίοι μετά από δίχρονη παρουσία αντικαταστάθηκαν από τους Άγγλους.
--Για την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας επιμένει στα έργα υποδομής, τα οποία έδωσαν ώθηση στη διοικητική γραφειοκρατία, στη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών αλλά και στον καλύτερο έλεγχο την κινήσεων του πληθυσμού. Περιγράφει την κοινωνική δομή με τις αντιφάσεις και αντιθέσεις της, αναδεικνύει τη σημασία και την προσφορά του ριζοσπαστισμού και αξιολογεί την Ένωση των Επτανήσων με το νεοελληνικό κράτος.
H δεύτερη ενότητα είναι αφιερωμένη στην Τοπογραφία των δύο νησιών.
Ξεκινά με την Ιθάκη. Ο Παρτς πίστευε ότι η σημερινή Ιθάκη είναι η ομηρική, παρόλο που η τοπογραφία της σε αρκετά σημεία δεν αντιστοιχεί σε εκείνη της ομηρικής. Ο ίδιος βέβαια περπάτησε το νησί και με την επιτόπια έρευνά του κατέληξε ότι το ομηρικό άστυ εντοπίζεται, όπως υποστήριζε και ο Gell, στη θέση Αετός (στο στενό ισθμό του νησιού) με τα σύγχρονα ερείπια σπουδαίας κυκλώπειας κατασκευής, καθώς πρόκειται για θέση στρατηγικής σημασίας, και όχι στη βορειοδυτική Ιθάκη, στη θέση Πόλις, ή στη βόρεια πλευρά του νησιού στα Πηλικάτα/Σταυρός.
Για την Κεφαλονιά.
Βορειοανατολική Κεφαλονιά: Έρισσος και Πύλαρος.
Έρισσος. Είναι η βόρεια ορεινή χερσόνησος της Κεφαλονιάς. Η απόκρημνη ακτογραμμή της περιοχής απέτρεπε εχθρικές αποβάσεις και εισβολές. Εντόπισε οχυρωματικά έργα στο εσωτερικό της Ερίσσου, όπως στον Πύργο στο χωριό Πλαγιά. Κάνει ιδιαίτερο λόγο για την Άσο και το Φισκάρδο. Στην πρώτη, η βενετική διοίκηση υλοποιώντας αίτημα των κατοίκων ανοικοδόμησε φρούριο για την προστασία της περιοχής, αλλά δεν προχώρησε το υπόλοιπο σκέλος του σχεδίου της, να δημιουργηθεί αστικός οικισμός μέσα στο φρούριο. Το Φισκάρδο, το οποίο μέχρι το 13ο αιώνα κρατούσε το αρχαίο όνομά του Πάνορμος, εξελίχθηκε σε σημαντικό λιμάνι για τη βόρεια Κεφαλονιά, ενώ συντηρούσε σπουδαία χριστιανική εκκλησία βασιλικού ρυθμού, η γνωστή σ’ εμάς σήμερα παλαιοχριστιανική βασιλική του Φισκάρδου. Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου μια σύντομη παρέκβαση, μια και η αποψινή εκδήλωση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γεράσιμου Σταματάτου. Αγώνας ζωής ήταν για τον Γ. Σταματάτο η διάσωση αυτού του μνημείου, καθώς είχε καταπατηθεί ο χώρος του. Ποικίλα διαβήματα, πολλά υπομνήματα από τον Σταματάτο σε κάθε αρμόδιο (Αρχαιολογική Υπηρεσία, Εισαγγελία Κεφαλονιάς κ.λπ.), κάποιες φορές και με προσωπική παρουσία σε δικαστικές αίθουσες. Έγραφε, ανάμεσα σε άλλα, σε υπόμνημά του προς την Εισαγγελία Κεφαλονιάς το Φεβρουάριο του 2012: «Θρασυτάτη και ιερόσυλος καταπάτησις Μνημείου του 6ου μ.Χ. αιώνος Παλαιοχριστιανικής Εκκλησίας Φισκάρδου, λόγω αδιαφορίας αρμοδίων, εξ αγνοίας των ενδεχομένως, συνεπεία της μοναδικότητός του εις ολόκληρονν την Επτάνησον, διερωτάται ο υποφαινόμενος “Υπνοί Αύτη [η Εισαγγελία] από της 9 Μαΐου 2009, αφ’ ης κατηγγέλθησαν τα εγκλήματα, ενδεχομένως δε καθεύδουσα ή αδιαφορούσα, λόγω πελατειακής συγκροτήσεως του Κράτους εις την δειοπαθούσαν χώραν μας”».
Πύλαρος. Η χαμηλή κοιλάδα της Πυλάρου οριοθετείται ανάμεσα στο Καλόν Όρος και την Αγία Δυνατή/Μεροβίγλι. Είναι ο πρώτος που παρουσίασε, περιέγραψε και ερμήνευσε αρχαία κτίσματα στην περιοχή (την οχύρωση Παλάτια έξω από την Αγία Ευφημία).
Ανατολική Κεφαλονιά/Σάμη. Μελέτησε την οχύρωση της Σάμης με τη διπλή ακρόπολη («Παλιόκαστρο» και «Άγιοι Φανέντες») και τα τείχη που κατέρχονταν μέχρι την παραλία. Σχεδίασε έναν από τους τοπογραφικούς χάρτες της ακρόπολης, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τις διάφορες θέσεις. Μελέτησε επίσης το αρχαίο λιμάνι. Διατύπωσε την άποψη ότι από δυτικά (από τη θάλασσα και την πεδιάδα) η πόλη προστατευόταν από παράκτιο οχυρωματικό τείχος, γεγονός που επιβεβαιώθηκε αργότερα από την αρχαιολογική σκαπάνη.
Νοτιοανατολική Κεφαλονιά/Πυργί – Αράκλι – Κορωνοί. Παρουσιάζει το Πυργί ως πέρασμα αλλά και φυσικό οχυρό, που χώριζε την επικράτεια της Σάμης από εκείνη των Πρόννων. Δίνει αρκετά και ενδιαφέροντα στοιχεία για το Κάστρο του Σολδάτου και για άλλα δύο μικρότερα φρούρια. Από τα πετρώδη υψώματα του Πυργιού, η κάθοδος προς την εύφορη κοιλάδα του Αρακλιού (Ηράκλειον) ανταμείβει τον οδοιπόρο με το πράσινο χρώμα των κάμπων, τους ήχους των ρεόντων υδάτων και τα κελαϊδίσματα των πουλιών. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην αρχαία ακρόπολη των Πρόννων στο λεγόμενο Παλιόκαστρο. Επισημαίνει τη δυσκολία επικοινωνίας των μικρών χωριών των Κορωνών, με αποτέλεσμα τη σχετική απομόνωσή τους. Δεν παραλείπει να ασχοληθεί με το μοναστήρι της Άτρου αλλά και να αναφερθεί στην πρωτοβουλία του Νάπιερ για την αξιοποίηση της γης στην περιοχή του Πόρου με την προσέλκυση καλλιεργητών από τη Μάλτα.
Νότια Κεφαλονιά/Βάλτα – Σκάλα – Κατελειός –Ελειός – Εικοσιμία – Λιβαθώ. Ο Ελειός, εκτεινόμενος κάτω από τις ανατολικές υπώρειες του Αίνου, δέχεται τα πλούσια νερά στη εύφορη πεδιάδα του. Η Βάλτα χαρακτηρίζεται από τα ελώδη και υγρά γνωρίσματα του εδάφους της. Κάνει λόγο για την εκτεταμένη αμμουδιά της Σκάλας, αλλά και για τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της. Στην Εικοσιμία με την καλή ποιότητα του εδάφους ευδοκιμούν οι αμπελώνες και πιο κάτω στα Λουρδάτα οι δεδρόκηποι και τα λαχανικά, ενώ στα Σιμωτάτα συντηρούνται κοπάδια αιγοπροβάτων. Και για να επαινέσει το τυρί των Σιμωτάτων υπενθυμίζει μια ληξουριώτικη παροιμία: «Κρασί Μηνισιάνικο, πρέντζα Σιμοτατέικη, τυρί Πυργησιάνικο και γυναίκα από το Ληξούρι». Στην εύφορη και πολυάνθρωπη Λιβαθώ ευνοούνται το λάδι, το κρασί και η σταφίδα, αν και κάτοικοί της στρέφονται προς τη θάλασσα, γεγονός που έφερε στην περιοχή οικονομική και πολιτισμική πρόοδο. Εξαιτίας της θέσης τους στους πρόποδες του Αίνου, οι περιοχές αυτές προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους, απολαμβάνοντας ένα ιδιαίτερα ήπιο μικροκλίμα, που διευκόλυνε την έντονη οικιστική και γεωργική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα.
Δυτική Κεφαλονιά/Κράνη – Άγιος Γεώργιος – Αργοστόλι. Αρκετά διεξοδική και κατανοητή η χαρτογράφηση της οχύρωσης της αρχαίας Κράνης με τη δίλοφη ακρόπολη και το εντυπωσιακό βορειοανατολικό τείχος (Ραζάτα – «Κυκλώπεια» τείχη) – μια οχύρωση που υπογραμμίζει την αξία της θέσης της πόλης, απ’ όπου μπορούσε να ελέγχεται ο κόλπος με το λιμάνι και η πεδιάδα της Κρανιάς. Στη συνέχεια αναφέρεται μέσα από το πρίσμα της ιστορικής γεωγραφίας στις αλλαγές του διοικητικού κέντρου του νησιού, πώς και γιατί δηλαδή περάσαμε από το Κάστρο του Αγ. Γεωργίου στο Αργοστόλι. Η εξέλιξη των κανόνων της ζωής και ειδικότερα η εξέλιξη της ναυτιλίας, του εμπορίου και της διοίκησης κατέστησε τη θέση του Κάστρου ξεπερασμένη/παρωχημένη. Μετά την απόφαση του 1757 για τη μεταφορά της διοικητικής έδρας το Κάστρο και το προάστιο άρχισαν να ερημώνουν. Γράφει ανάμεσα σε άλλα: «Ου μόνον το φρούριον είνε ερείπιον, αλλά και μέγα μέρος των οικιών μένει κενόν. Οι παίδες των τριόδων θραύουσι τας υάλους, οι ποιμένες τεμάχια ξύλων και σιδήρου συμπαρασύρουσι και ο άνεμος διέρχεται ακωλύτως διά των κενών παραθύρων. Αι έτι περισωζόμεναι οικίαι μεταξύ των καταπεσουσών κατοικούνται υπό πτωχών χειρωνάκτων, αποικίας όλης υποδηματοποιών». Το Αργοστόλι αναπτύχθηκε στο εσωτερικού ενός ασφαλούς κόλπου, ο οποίος υπήρξε ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που το μετέτρεψαν σε εμπορικό κέντρο και αδιαφιλονίκητη πρωτεύουσα του νησιού. Δεν παραλείπει ο συγγραφέας, βέβαια, να αναφερθεί και να εγκωμιάσει τα έργα του de Bosset και του Napier (γέφυρα, οδικό δίκτυο, αγορά, λοιμοκαθαρτήριο κ.λπ.) αλλά και τις προσπάθειες αργότερα των τοπικών αρχών για τη ύδρευση της πόλης.
Κετρική Κεφαλονιά/Ταλαμιές – Ομαλά – Ποταμιάνα – Θηνέα. Η κοιλάδα των Ομαλών εξαίρεται ως θρησκευτικό κέντρο του νησιού λόγω του μοναστηριού του Αγ. Γερασίμου (που αντικατέστησε εκείνο της Παναγίας των Ιεροσολύμων). Αναφερόμενος ο Παρτς στα ορεινά χωριά Βαλσαμάτα και Δηλινάτα, κάνει λόγο για τις συγκρούσεις των οικογενειών Ματαξάδων και Αννίνων κυρίως το 1801, αλλά και υπογραμμίζει τον ατίθασο χαρακτήρα των Δηλινιτών. Η Θηνέα χαρακτηρίζεται από την αφθονία του νερού, ενώ αποτελείται από πολλά αλλά μικρά χωριά.
Δυτική χερσόνησος/Αθέρας – Παλική. Η δυτική χερσόνησος της Κεφαλονιάς διαχωρίζεται από τον κύριο κορμό του νησιού μέσω του κόλπου του Λιβαδιού, στο βαλτώδες τέρμα του οποίου απέτυχαν οι αγροτικές καλλιέργειες του Μ. Χαρμπούρη. Κάνει λόγο ο συγγραφέας για τη μετάβαση από την αρχαία Πάλη στη νέα πόλη του Ληξουριού, η οποία δε σταματά να διαγωνίζεται το Αργοστόλι. Αναφερόμενος, μάλιστα, στην περίοπτη θέση του μοναστηριού των Κηπουριών σε σχέση με εκείνη του μοναστηριού του Ταφιού, υπογραμμίζει τη μαγεία της φύσης κατά την ώρα της δύσης του ήλιου, που δίνει στο θεατή την αίσθηση της αιωνιότητας, όπως ο ίδιος γράφει.
Στο τρίτο κεφάλαιο («Κάρπωσις γης») ο Παρτς ασχολείται με την αγροτική παραγωγή των νησιών, ενώ κλείνει με μια παρέκβαση για την «ιστορία της σταφίδος». Το ορεινό και καρστικό ανάγλυφο των νησιών, το ασβεστολιθικό έδαφος και η έλλειψη επιφανειακών νερών περιόρισαν την παραγωγή, επισημαίνοντας βέβαια ότι το 1/6 των εύφορων περιοχών ανήκε στα μοναστήρια. Πάντως, οι χωρικοί κατάφεραν να αξιοποιήσουν ακόμη και τα πετρώδη εδάφη και να καθιερώσουν περισσότερο την ξερική παραγωγή. Καταγράφει τις παραδοσιακές καλλιέργειες, αναλύοντας ιδιαίτερα την καλλιέργεια και παραγωγή του λαδιού, της κορινθιακής σταφίδας και του κρασιού, ενώ επισημαίνει την υποχώρηση της καλλιέργειας των σιτηρών.
Η κοριανθιακή σταφίδα, για την οποία ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει πώς καθιερώθηκε η ονομασία «κορινθιακή σταφίδα», έχει καταστεί ο κύριος ρυθμιστικός παράγοντας της οικονομικής ζωής των νησιών, πράγμα που σημαίνει ότι η μονοκαλλιέργεια αυτού του προϊόντος σε περιόδους σταφιδικής κρίσης προκαλεί σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα στους κατοίκους. Επισημαίνεται η σταθερότητα της ελαιοκαλλιέργειας και τονίζεται η προοδευτική πορεία των αμπελώνων και του κρασιού με τις ποικιλίες κυρίως της ρομπόλας, του βοστιλιδιού και της μαυροδάφνης. Εξηγεί πώς οι πολιτικές συνθήκες επηρέασαν τις καλλιέργειες και την εμπορευματοποίηση των γεωργικών προϊόντων.
Αναφέρεται, τέλος, στο ελάτινο δάσος του Αίνου, δίνοντας ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία και εξηγώντας τα διαχρονικά προβλήματα της υποβάθμισης λόγω και της υπερβολικής υλοτόμησης και βόσκησης και των πυρκαγιών. Σημειώνει μάλιστα δύο καταστροφικότατες πυρκαγιές: η «απαισιωτάτη καταστροφή» στα τέλη του 16ου αιώνα, που «εξηφάνισε τα δύο τρίτα του δάσους», και η «φοβερά πυρκαϊά» του 1797 «πολλάς εβδομάδας διαρκέσασα, ήτις λέγεται ότι ηφάνισε πλέον του ημίσεος του έτι υπολειπομένου δάσους». Πάντως, η αιγοπροβατοτροφία είναι σημαντική και τα παραγόμενα προϊόντα είναι γνωστά και έξω από τα νησιά.
- VI. Και κλείνουμε με τη σημασία/αξία του βιβλίου.
Στο έργο του «Κεφαλληνία και Ιθάκη – Γεωγραφική Μονογραφία» ο Ιωσήφ Παρτς παρέχει μια λεπτομερή περιγραφή της τοπογραφίας της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης, βασισμένη στις παρατηρήσεις του κατά την επίσκεψή του στην περιοχή μας μεταξύ των ετών 1885 και 1890. Η μελέτη του εστιάζει σε φυσικά χαρακτηριστικά, γεωμορφολογικά στοιχεία και στη σχέση του τοπίου με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο Γερμανός επιστήμονας ανέδειξε πώς ο τόπος διαμορφώνει τον άνθρωπο και πώς ο άνθρωπος αξιοποιεί τον τόπο στο πλαίσιο μιας συμβίωσης, όχι βέβαια πάντα αρμονικής.
Η μονογραφία του αποτέλεσε τη βάση για σοβαρές μεταγενέστερες έρευνες και ειδικότερες μελέτες στα νησιά μας, όπως εκείνες του Κ. Μ. Σάμιου για τα δάση, των Ιω. Φραγκόπουλου και Ιω. Μαλεφάκη για το υδρολογικό ζήτημα, του Σ. Ματθαίου με εδαφολογικά, γεωβοτανικά και υδρολογικά θέματα της Κεφαλονιάς κ.ά. Η λεπτομερής χρήση ιστορικών, στατιστικών, γεωγραφικών και χαρτογραφικών δεδομένων την έχουν καταστήσει αξιόπιστη πηγή για τη μελέτη της συγκεκριμένης εποχής και περιοχής του Ιονίου. Τα τοπογραφικά σχέδια και οι μετρήσεις που για παράδειγμα εμπεριέχονται στο βιβλίο, αποτέλεσαν τη βάση για τις σύγχρονες αρχαιολογικές ανασκαφές από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.
Παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πολυτιμότερες και πιο αντικειμενικές πηγές για την κατανόηση της αγροτικής κοινωνίας της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς με την ολοκληρωμένη καταγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, του υπεδάφους, των κλιματικών χαρακτηριστικών, της αγροτικής παραγωγής και των κοινωνικο-πολιτιστικών συνθηκών της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης είναι ένα πράγματι χρήσιμο εγχειρίδιο και για τους σημερινούς ερευνητές της χωρογραφίας-γεωγραφίας αλλά και της ιστορίας της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Γι’ αυτό ακριβώς επανεκδόθηκε το 1982 από τις εκδόσεις Καραβία με Προλεγόμενα και Ευρετήρια (Γενικό Ευρετήριο κύριων ονομάτων προσώπων και τόπων, Ευρετήριο προσώπων και πραγμάτων της Ιθάκης και Ευρετήριο προσώπων και πραγμάτων της Κεφαλονιάς) από τον καθηγητή Γεώργιο Μοσχόπουλο. Η έκδοση αυτή του 1982 περιλαμβάνει εκτός κειμένου σε ειδικό φάκελο δύο χάρτες της Κεφαλονιάς και Ιθάκης, του 1262 και του 1891, και τοπογραφικό της αρχαίας Κράνης και της αρχαίας Σάμης.
Τελειώνω με αυτό που έγραψε στο βιβλίο του ο Παρτς για τον Τουλ: ο Γερμανός γεωγράφος αναφέρει ότι κοντά στον Ερνέστο Τουλ κατάλαβε ότι Κεφαλονιά σημαίνει allegria = χαρά, ευθυμία, αφού η λέξη «Κεφαλονιά» σχετίζεται ηχητικά/φωνητικά με την ελληνική λέξη «κέφι»: «Εις αυτόν [τον Τουλ] μάλιστα οφείλω ότι το όνομα της νήσου αυτού [της Κεφαλονιάς δηλαδή] εις εμέ άλλως ηχεί ή εις ενίους επιπολαίους περιηγητάς “Cefalonia – Allegria [=Ευθυμία, Κέφι]”», οι οποίοι (περιηγητές), επιπόλαια και βιαστικά έγραφαν «Cefalonia – Melanconia [=Μελαγχολία]»). Κάνει δηλαδή ένα ωραίο λογοπαίγνιο: κέφι → Κεφαλονιά…
Αργοστόλι, 9-9-2026 Πέτρος Πετράτος
Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη
Related items
- Ένας πρώτος απολογισμός του 19ου Επιστημονικού Συμποσίου του ΙΚΙ
- Το 19ο Επιστημονικό Συμπόσιο του ΙΚΙ (διαδικτυακό)
- Πραγματοποιήθηκε σε συγκινητική ατμόσφαιρα η εκδήλωση της βράβευσης του Πέτρου Πετράτου και της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης από το ΙΚΙ
- Μήνυμα του ΙΚΙ στο γύρισμα του χρόνου
- Παρουσίαση βιβλίου για τις Ξηρολιθικές κατασκευές και Τιμητική διάκριση στον Γεράσιμο Σταματάτο